Το Μέλλον είναι πιο δύσκολο από το Παρόν

Η πρόσφατη Διάσκεψη Κορυφής που έγινε στην Ευρώπη ως είδηση παρήγαγε ακριβώς τίποτε.

Φραστικά όλοι συνετάγησαν με τη γερμανική πρόταση για ακόμη αυστηρότερους προϋπολογισμούς πλην Βρετανίας λόγω Διπλωματικής Διαστροφής και Τσεχίας λόγω Διπλωματικής Βραδύνοιας. Η γερμανική πρόταση είναι το απαραίτητο φύλλο συκής που χρειάζεται ο Κύριος Ντράγκι για να ολοκληρώσει την πρώτη ποσοτική χαλάρωση του μισού τρις και να ετοιμάσει την επόμενη, που θα έρθει σε μερικούς μήνες. Ήδη ο Ισολογισμός της ΕΚΤ από 1,89 τρις τον Ιούνιο του 2011 έφτασε τα 2,74 τρις τον Δεκέμβριο του 2011, δηλαδή αύξηση 44% μέσα σε έξι μήνες. Αν αυτό δεν είναι ποσοτική χαλάρωση τότε φταίει ο ορισμός της.

Αυτά όλα πέρασαν εν σιγή στη Διάσκεψη. Ακόμη περισσότερο δεν μάθαμε τίποτε το καινούργιο για το νέο μεγάλο ζήτημα, την αναμενόμενη προσεχώς κατάρρευση της Πορτογαλίας. Αν κανείς παραβάλει τον ορυμαγδό φωνών όταν επίκειτο η κατάρρευση της Ελλάδας πέρυσι και την σιγή φέτος στο πορτογαλικό ζήτημα, νομίζει ότι βρίσκεται αλλού στον πλανήτη. Το μόνο που έγινε με θόρυβο και πάλι φέτος ήταν η ανηλεής δημόσια μαστίγωση του συνήθους υπόπτου, δηλαδή της Ελλάδας. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η ελληνική κυβερνητική απραξία, μικρόνοια, ψηφοθηρικός λαϊκισμός και άρνηση ανάληψης ευθυνών από όλους τους Ταγούς της ελληνικής κοινωνίας αξίζουν κάθε επιτίμηση αλλά η τοποθέτηση Γκαουλάιτερ στην Ελλάδα δεν είναι λύση κι άλλη μια φορά η Γερμανική Πολιτική έζησε το διεθνές μοναχικό της μονοπάτι.

Βεβαίως κανείς δεν τολμά τώρα να ανακινήσει Πορτογαλικό θέμα γιατί αυτό θα ανακινήσει Ισπανικό θέμα (Ισπανικές Τράπεζες που ήδη παραπαίουν έχουν αρκετά Πορτογαλικά Ομόλογα) και το Ισπανικό ζήτημα θα ανακινήσει δια συμπαθητικού κραδασμού το Ιταλικό ζήτημα.
Δεδομένων των εκατοντάδων δις που θα ζητηθούν από τις αγορές και την μικρή σχετική ηρεμία που ελέω Ντράγκι επιτρέπει στην Ιταλία και στην Ισπανία να δανείζονται σε σχεδόν αποδεκτά όρια, κανένας νέος θόρυβος δεν πρέπει τώρα να διαταράξει τις αγορές. Κρείττον Σιγάν!

Όμως το Πορτογαλικό πρόβλημα ή καλύτερα το ευρωπαϊκό πρόβλημα χρέους δεν μπορεί να κρυφτεί κάτω από το χαλί. Η προσπάθεια τώρα είναι για προσεκτική και ελεγχόμενη ανάδυση του Πορτογαλικού Προβλήματος που συνδυαζόμενο με την επόμενη ποσοτική χαλάρωση της ΕΚΤ ελπίζεται ότι δεν θα διαταράξει τις αγορές.

Έτσι η Ευρωπαϊκή Στρατηγική είναι πλέον ανάγλυφη και καλά ορατή:
Στήριξη με όλες τις δυνάμεις στην Ιταλία και την Ισπανία γιατί η κατάρρευσή τους θα σημάνει το τέλος της Ευρώπης και διαχείριση του Ελληνικού και Πορτογαλικού προβλήματος επί του παρόντος με μετάθεση της λύσης του στο μέλλον. Αυτά είναι και τα όρια της παρούσης Πολιτικοοικονομικής Ηγεσίας της Ευρώπης δυστυχώς.

Είναι βέβαιο ότι το 2013, αν όχι νωρίτερα, θα δούμε και το ευρωομόλογο, ανεξάρτητα του πώς θα ονομασθεί. Ο πρωτεύον σκοπός του θα είναι η στήριξη Ιταλίας και Ισπανίας γιατί είναι βέβαιο ότι, όση ρευστότητα κι αν δώσει ο Ντράγκι στο σύστημα, ανάπτυξη μπορεί να γίνει μόνο με νέα λεφτά κι όχι με ανακύκλωση του χρέους. Όπως σταδιακά έγινε η Ευρωπαϊκή Ένωση με προσχωρήσεις αρχικώς ολίγων εκλεκτών και κατόπιν των υπολοίπων, όπως έγινε το ευρώ με προσχωρήσεις αρχικώς ολίγων εκλεκτών και κατόπιν των υπολοίπων έτσι και το ευρωομόλογο θα αποτελέσει αρχικά προνόμιο κλειστής λέσχης. Αν θα επεκταθεί θα εξαρτηθεί από τις αποφάσεις του ποιος τελικά είναι η Ευρωπαϊκή Συμπολιτεία.

Αυτό βέβαια μας φέρνει στο ουσιαστικό για μας ερώτημα. Τι θα γίνει με την Ελλάδα; Το ερώτημα έχει δύο σκέλη. Τι θα κάνει η Ευρώπη με την Ελλάδα και τι θα κάνει η Ελλάδα με τον εαυτό της.

Σε ό,τι αφορά την Ευρώπη είναι εμφανές ότι η απόφαση επί του παρόντος είναι η διακράτηση της διασωληνωμένης Ελλάδας εντός της Ευρώπης.
Είναι σχεδόν βέβαιο ότι το PSI κάπως θα συμφωνηθεί κι ότι το Νέο Μνημόνιο θα κλείσει με νέες υποσχέσεις.
Πριν από τα μέσα του 2013 και πριν από τις γερμανικές εκλογές καμία ρηξικέλευθη απόφαση για την Ελλάδα και την Πορτογαλία δεν θα ληφθεί στην Ευρώπη.

Είναι όμως σαφής η Ευρωπαϊκή Θέση:
Ιταλία και Ισπανία πρέπει οπωσδήποτε να σωθούν.

Η Ιρλανδία είναι άξια σωτηρίας λόγω κυρίως της διάθεσης για αυτοσωτηρία που έχει μέχρι σήμερα με επιτυχία αποδείξει. Η Πορτογαλία και η Ελλάδα είναι επί του παρόντος εντός του Ευρωγκρούπ με μηχανική υποστήριξη.

Παρόλη την ανηλεή μαστίγωση της Ελλάδας από την Γερμανία και τους ομόφρονές της δεν είναι επί του παρόντος επιθυμητή η αποπομπή της, δεν είναι όμως και ζωτικής σημασίας η παραμονή της εντός του ευρώ.

Είναι πλέον σαφές ότι το μνημόνιο που εφαρμόσθηκε ήταν σχεδιασμένο για χώρες υπαλλήλων κι όχι για χώρες αυτοαπασχολούμενων, δημοσίων υπαλλήλων και συντεχνιών, όπως η Ελλάδα. Μια χώρα που δόμησε το ΑΕΠ της με το να πουλάει κάτι ο ένας στον άλλο και με μαγαζάκι σε κάθε ισόγειο, δεν μπορεί να μετατραπεί ούτε σε χώρα βιομηχανικών εξαγωγών, ούτε σε χώρα παραγωγής πνευματικού έργου υψηλής προστιθέμενης αξίας όταν η παιδεία μας λειτουργεί στον κατώτατο δυνατό παρονομαστή και τα σχολεία Ελίτ είναι ύβρις στο παιδαγωγικό μας σύστημα.

Αυτό είναι και το δράμα όλου του νότου της Ευρώπης. Οι μισθοί είναι πολύ υψηλοί για να γίνουν επενδύσεις ανταγωνιστικές με την Ασία, η παιδεία είναι πολύ χαμηλή για να παραχθούν σύνθετα προϊόντα στη βιοτεχνολογία, στο λογισμικό, στη φαρμακευτική και άλλα και ταυτόχρονα δεν υπάρχει αρκετή και αδιατάρακτη συσσώρευση κεφαλαίου ώστε να εξασφαλισθούν αυτοπροωθούμενοι τομείς. Η χώρα μας πλέον βρίσκεται με 1.000.000 ανέργους, 300.000 μικροεπιχειρήσεις κλειστές, στοιχειώδη ποιότητα παιδείας και άθικτο το Δημοσιοϋπαλληλικό Κράτος, το οποίο απαιτεί σταθερό ποσό λειτουργίας ετησίως, ανεξάρτητα από την χρηματοδοτική ικανότητα της χώρας και τέλος κι ένα άθλιο πολιτικοκοινωνικό σύστημα.

Συνεπώς το κύριο ζήτημα δεν είναι αν θα συνεχίσει η Ευρώπη να θέλει την Ελλάδα αλλά αν η Ελλάδα θα αντέξει στον βηματισμό που χρειάζεται για να μείνει στην Ευρώπη, ή θα παρακαλέσει η ίδια για την έξοδό της και τον υποβιβασμό της εκεί που η κοινωνία την αισθάνεται ότι θα είναι καλύτερα. Ήδη τα αρπακτικά, εγχώρια και αλλοδαπά, που οσμίζονται πιθανότητα πτώματος, παρακολουθούν. Η κοινωνία, όπως και οι Ταγοί της, είναι παράλυτη, άβουλη και ουσιαστικά αδιάφορη με οξύτατους σπασμούς αγανάκτησης που διαρκούν όσο επιθυμούν τα ΜΜΕ.

Υπάρχει λοιπόν ο φόβος αν αυτό που θέλουμε με κάθε τρόπο να αποφύγουμε σήμερα, μήπως είναι αυτό που θα θεωρήσουμε σαν επιθυμία αύριο.

Share

Αφήστε μια απάντηση